5.3.10


Πνευματικὴ σύνεση.

Κάποιος μοναχὸς προσευχόταν μὲ ἔνθερμο πόθο καὶ λατρεία εὐγνωμοσύνης πρὸς τὸν περιπόθητο Λυτρωτὴ τῶν ψυχῶν μας, τὸν Κύριον Ἰησοῦν.
Μετάρσια ἡ ψυχὴ του ὑμνοῦσε, δοξολογοῦσε, ἐπεκαλεῖτο ἐν ἀγαλλιάσει καὶ πόθῳ τὸ τρισπόθητον ὄνομά Του.
Ἕνα κερὶ ἀναμμένο. Γονυκλισία εὐλαβής. Κομποσχοίνι σιωπηλό, κατανυκτικό.


Ξαφνικὰ μέσα σὲ ἐκθαμβωτικὸ φῶς ἐμφανίζεται ὁ Κύριος ὁλόσωμος, γλυκύς, μὲ τὰ χέρια ἐκτεταμένα, προσκαλῶντας τὸν εὐλαβῆ μοναχό.
«Παιδὶ μου, ἦρθα».

Ἀκαριαίως ὁ συνετὸς μοναχὸς σφαλίζει τὰ μάτια ἑρμητικά, πεισματικά!!

«Παιδὶ μου», συνεχίζει ὁ "Κύριος", «ἄνοιξε τὰ μάτια σου, νὰ μὲ δῆς, νὰ μὲ ὑποδεχθῆς. Τόσην ὥρα μὲ καλοῦσες, μὲ ποθοῦσες».

«Ἐγὼ δὲ θέλω νὰ δῶ τὸν Χριστό μου σὲ αὐτὴ τὴ ζωή, ἀλλὰ στὴ μέλλουσα, στὴ Βασιλεία Του. Καὶ ἐπιπλέον, ἂν ἤσουν ἐσὺ πραγματικὰ ὁ Χριστός, καὶ μὲ κλειστὰ τὰ μάτια θὰ σὲ ἔβλεπα»..

Κρότος.. Ἡ φαντασία διαλύεται.. Σιωπὴ καὶ κατάνυξη ἐπανέρχεται στὸ μοναχικὸ κελί.

Καὶ τὸ κερὶ σεμνὰ νὰ σιγοκαίει..

.