
ΜΑΘΑΙΝΟΝΤΑΣ ΓΛΩΣΣΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ
Στη γη των ανθρώπων υπάρχουν πλάσματα που μεγαλώνουν τυφλά.
Σε μέρη ανήλιαγα και θλιβερά, σε μέρη άγρια και καπνισμένα.
Δεν είναι μελοδραματικό.
Δυστυχώς για τη δική μας κοινωνία των ανθρώπων είναι αληθινό.
Πηγαίνετε, αν θέλετε, μιά βόλτα στην Πεντέλη στο Ίδρυμα εγκαταλελειμένων παιδιών (πρώην ΠΙΚΠΑ). Ελάτε μαζί μου, ως εθελοντές, ψυχαγωγίας και δημιουργικής απασχόλησης αυτών των παιδιών.
Στη γη των ανθρώπων υπάρχουν πλάσματα που μεγαλώνουν τυφλά.
Σε μέρη ανήλιαγα και θλιβερά, σε μέρη άγρια και καπνισμένα.
Δεν είναι μελοδραματικό.
Δυστυχώς για τη δική μας κοινωνία των ανθρώπων είναι αληθινό.
Πηγαίνετε, αν θέλετε, μιά βόλτα στην Πεντέλη στο Ίδρυμα εγκαταλελειμένων παιδιών (πρώην ΠΙΚΠΑ). Ελάτε μαζί μου, ως εθελοντές, ψυχαγωγίας και δημιουργικής απασχόλησης αυτών των παιδιών.
Τα πλάσματα όμως αυτά έχουν μάτια και έχουν αυτιά και έχουν και χέρια και πόδια και νου και ακόμα πιο οδυνηρό, έχουν ψυχή.
Κι έχουν και ονόματα. Κι έχουν και ταυτότητα.
Κατακερματισμένη, αλλά έχουν.
Αυτά τα πλάσματα συχνά τα λένε «παιδιά». Κι ακόμα κι αν δε θέλουμε να τα δούμε, δυστυχώς υπάρχουν πολλά.
«Παιδιά» πληγιασμένα, δαρμένα, χτυπημένα, «παιδιά» που δεν ξέρουν τίποτε άλλο από το να παίρνουν και να δίνουν πληγές.
Σφίγγουν τις μικρές τους γροθιές και τα μικρά τους ποδαράκια και ορμούν στο καθετί, στο καθετί που φτάνει μπροστά τους. Κι είναι τόσο παράξενο πώς αυτά τα μικρά «παιδιά» που δεν έχουν μάθει τίποτε από άλλο από βία και πόνο και επίθεση και κραυγή, αυτά τα λερωμένα πλασματάκια που ήρθαν να ζήσουν ανάμεσά μας, κρατούν πολύτιμο μέσα τους κάτι αγγελικό.. κάτι διαθέσιμο.. κάτι αληθινό και ανόθευτο και ακτινοβόλο.
Από μας δε χρειάζονται παρά μόνο να μη τους το χαλάσουμε κι αυτό.
Ένας τέτοιος μικρός είναι κι ο Στέλιος.
Τον παρατηρώ από μακριά, είναι χαρούμενος που μας βλέπει κι όμως δεν ξέρει τίποτε άλλο από το να κλωτσάει.
Κλωτσάει δυνατά… κάπου έμαθε να κλωτσάει δυνατά… (ίσως όταν βάναυσα κάποτε τον κλωτσούσαν).
Κι όταν δεν υπάρχει κανείς γύρω να χτυπήσει, δεν ξέρει πώς αλλιώς να εκφράσει τη χαρά του και πέφτει κάτω να χτυπήσει τον εαυτό του. Τόσος μικρός και ξέρει τόση αλήθεια για την καταστροφή των ανθρώπων.
Σήμερα θα παίξουμε.
Δεν τον φοβάμαι, ελπίζω κι αυτός να μη με φοβάται.
Αλλά δε μου μιλά… μόνο γυρνά και με κοιτάζει πού και πού.. κι όταν θέλει κάτι χτυπάει το χέρι μου… κάνω πως δε με πονάει, κάνω πως δεν καταλαβαίνω το διαφορετικό τρόπο που επικοινωνεί. Θέλω τόσο όμως να του δείξω τον δικό μου…
Η φασαρία ατέλειωτη, φωνές και πανηγύρι σωστό… δεν τελειώνουν τα παιδιά.. Μέσα στη βοή και τα τραβήγματα, μέσα στην παιδική χαρά όπου όλοι έχουμε ξεχάσει πού είμαστε, με ποιους είμαστε, κι εγώ έχω ξεχάσει τον Στέλιο.. με απασχολεί πιο πολύ να κολλήσω την ουρά του γαϊδάρου για να στολίσουμε τον τοίχο… ώσπου νιώθω μια δυνατή κλωτσιά στο καλάμι και μια κραυγή να διαπερνά το μυαλό μου κι αμέσως την καρδιά μου «Πού είσαι;; δεν ακούς που σου μιλάω;;;»
Η αλήθεια είναι πως δεν ακούω τίποτα, δεν καταλαβαίνω τίποτα.. αλλά ο μικρός αγρίμι σωστό, ήρθε να βρει το δίκιο του, ήρθε να ζητήσει εκείνο που του υποσχέθηκα σιωπηλά νωρίτερα, όσο με κοιτούσε στα μάτια…
Το πόδι μου πονάει ακόμα αφόρητα, κι εκείνος κρεμιέται απειλητικά από το μανίκι μου… με κοιτά αγριεμένος και φωνάζει… «Δεν άκουγες που σε φώναζα; Σε θέλω»!
Δεν ξέρω πώς, δεν ξέρω γιατί… έχει κάτι αυτό το βλέμμα.. έχει ένα δίκιο χαμένο.. χαμένο μα τόσο αληθινό…
Δεν μπορώ να του δώσω πίσω ό, τι του στέρησαν, ούτε να τον κάνω να ξεχάσει τα πάντα… μπορώ όμως να είμαι εδώ, μαζί του, στο τώρα.. εδώ.. να τον κοιτάξω στα μάτια και να του μάθω, να του δείξω.. να μη φοβάται…
Πιάνω το μικρό του χεράκι και τον σηκώνω στα χέρια.. τον καθίζω στο τραπέζι απέναντί μου και τον κοιτώ σοβαρά… Δεν αντιστέκεται. Η οχλαβοή συνεχίζεται γύρω, αλλά δεν ακούω τίποτε πια… ακούω μόνο την καρδιά του Στελάκου μου…
Με κοιτάζει το ίδιο σοβαρά… του μιλώ…
«Συγχώρεσέ με», του λέω ειλικρινά, «δε σε άκουσα που φώναζες. Αν σε άκουγα, θα ερχόμουν αμέσως. Μη με χτυπάς όμως σε παρακαλώ, γιατί πονάω… αν δε σε ακούω όταν μιλάς από μακριά , έλα κοντά μου και πες το μου. Είμαι εδώ για σενα. Μη με χτυπάς σε παρακαλώ»…
Δεν ξέρω τι θα κάνει… δεν ξέρω τι καταλαβαίνει από όσα του λέω, είναι τόσο μικρούλης και τόσο θυμωμένος με τον κόσμο…
Κι απλώνει τότε εκείνος το μικρό του χεράκι και το ακουμπά απαλά στο μάγουλό μου…
Ροδοχαράζει μέσα μου η έκπληξη.
Με χαϊδεύει. Και λέει γλυκά, τόσο γλυκά, αυτό το αγρίμι: «Συγγνώμη εγώ. Δεν το ήξερα»…
Τον σταματώ. Δε θέλω άλλα. Ήδη τρέχουν τα μάτια μου…

Δεν ήξερε ο μικρός μου. Δεν ήξερε πόσο πονά η βία. Δεν ήξερε τη γλώσσα της αγάπης. Είναι όμως τόσο δεκτικός.. Η διψασμένη ψυχούλα του απορροφά τη δροσιά και την αναμεταδίδει. Το σκληρό κέλυφος ραγίζει και αποκαλύπτει από κάτω του τόση γνησιότητα, τόση τρυφεράδα..
Τρέχουν τα μάτια μου (παράξενο, εμένα με ονομάζουν άντρα, πέρασα τα 25 μου), και τον παίρνω αγκαλιά να κολλήσουμε στον τοίχο την ουρά του γαϊδάρου. Μαζί! Σα δυό πολύ καλοί φίλοι..
Γελάει..
Γελάω κι εγώ αλλά όχι με το ίδιο γέλιο…
Μέσα στην καρδιά μου βαθιά εύχομαι κάθε μικρός Στέλιος να μεγαλώνει σε φως… να γεννιέται σε φως… ακόμα και στη γη των ανθρώπων.
Θα ξανάρθω..
Ι.Γ.