Μοναξιά
Πολλοί, στὶς μέρες μας, παραπονοῦνται γιὰ τὸ ὅτι εἶναι μόνοι καὶ ὑποφέρουν.
Μάλιστα, κάποιοι ἀπὸ αὐτοὺς καταφεύγουν στοὺς Πνευματικούς.
Ὄχι γιὰ νὰ ἐξομολογηθοῦν πραγματικά, οὔτε γιὰ νὰ καθοδηγηθοῦν πνευματικά.
Διαισθανόμενοι ὅτι ἐκεῖ ὑπάρχει ἐπαγγελία καλοσύνης καὶ ὑπομονῆς καὶ αὐτοπροσφορᾶς, ἐλπίζουν ὅτι θὰ μπορέσουν νὰ πάρουν τὴν κοινωνικότητα, ποὺ τοὺς λείπει, καὶ νὰ ἐξορκίσουν τὴν καταραμένη μοναξιά, ἡ ὁποία τοὺς ἀποστραγγίζει ἀπό κάθε ἰκμάδα ζωῆς.
Ὡστόσο, τὸ μόνο ποὺ καταφέρνουν εἶναι νὰ καταταλαιπωροῦν, νὰ ξοδεύουν ἀλύπητα, νὰ ἀναλίσκουν βεβήλως τοὺς Πνευματικούς, χωρὶς οἱ ἴδιοι νὰ ὠφελοῦνται στὸ παραμικρό. Ἡ μοναξιά, σὰν ἀπειλητικὸς Ἅδης χάσκει σαρδόνια καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ ἁπλώνει ἀπειλητικὴ τὴν ἀβυσσώδη σκιά της καὶ νὰ ἐκπέμπει κρύα μυρωδιὰ θανάτου..
Σὲ τελικὴ ἀνάλυση, οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἐπιδιώκουν νὰ κατακτήσουν τὸν ἄλλον, νὰ φέρουν τὸν συνάνθρωπο στὸ δικό τους κόσμο (θέλω νὰ μὲ κατανοήσεις, λένε), νὰ τὸν σύρουν στὸ δικό τους παιγνίδι (ποὺ ἤδη τὸ ἔχουν χάσει). Γι’αὐτό, μιλοῦν-μιλοῦν, ἐκφράζονται ἀκατάσχετα, ἀλλὰ δὲν ἀκοῦν. Τὸ παραμικρὸ δὲν προσλαμβάνουν. Ἀπαιτοῦν κατανόηση, συμπαράσταση, καρτερία στὸ μοίρασμα τῆς θανατερῆς καταχνιᾶς τους. Ἀλλὰ δὲν δείχνουν καμιά πρόθεση νὰ βγοῦν ἀπὸ αὐτήν.
Δὲν ὑποπτεύονται ὅτι ἀποτελεσματικὴ ἀνατροπὴ τῆς μοναξιᾶς δὲν εἶναι νὰ κατακτήσεις, ἀλλὰ νὰ κατακτηθεῖς!.
Αὐτὸ εἶναι καὶ τὸ νόημα τῆς ὑπακοῆς, ποὺ τόσο πολὺ τὴν συνιστοῦν οἱ Ἅγιοι Πατέρες. Νὰ βγεῖς ἀπὸ τὸν κόσμο σου, νὰ ἀναχωρήσεις ἀπὸ τὸ ἐγκλωβιστικὸ «ἐγώ» σου, νὰ ξανοιχθεῖς, μὲ ταπεινὴ καὶ μαλακή-δεκτικὴ ψυχή, σὲ εμπιστοσύνη (πρωταρχικά), σὲ κένωση, σὲ αὐτοπροσφορά, σὲ προσαρμογὴ καὶ ψυχικὴ συνάντηση μὲ τὸν ἄλλον.
Τότε ἔχεις πετύχει τὴν «κοινωνία». Τότε λυτρώνεσαι. Ἐξυγιαίνεσαι. Ἀνασαίνεις τὴν ἀληθινὴ ζωή.