8.7.16

Δέηση της Κύπρου προς την Παναγία..




Η ΤΖΥΠΡΟΥ ΟΛΗ ΔΕΕΤΑΙ
Μάνα τοῦ κόσμου, μάνα μου,
Τζυκκώτισσα, Τροοδίτισσα, τοῦ Μαchαιρᾶ Τζυρά,
τὴν πόρταν τοῦ Ἐλέους Σου τὴν πλούσιαν ἀχτυπῶ.

Σιλλούραν τζ᾿ ὁλομάτζελλην, καταφατσελλωμένην,
ἀγρώνιστην μ᾿ ἐκάμασιν . . .


Μὰ ἐσούνι μὲ γρωνίζεις.

Τὸ δίτζιον που τὸ ἄδικον θωρεῖς το τζαὶ κρινίσκεις.

Ἅπλωσε σέρι Μητρικὸν γιὰ εὐμένειαν τοῦ Δεσπότου.
Μπάσε με που τὴν πόρταν Σου τὴν πλούσιαν τοῦ Ἐλέους.

Κούλα Παρασκευᾶ, Λεμεσός.

Γλωσσάρι:
Τζυκκώτισσα = Κυκκώτισσα, Παναγία τῆς Μονῆς Κύκκου
Τροοδίτισσα = Παναγία τῆς Μονῆς στὸ ὄρος Τρόοδος
Μαchαιρᾶ Τζυρὰ = Κυρὰ τοῦ Μάχαιρα, ἄλλη περιώνυμη Μονὴ τῆς Κύπρου
Σιλλούραν ἢ Συλλούραν ἢ Σιηλλούραν = καταξεσκισμένη, κατακουρελιασμένη, φοβερὰ ἀτημελήτη, ἀκατάστατη, ἀναστατωμένη
Ὁλομάτζελλην (ἐκ τοῦ μάκελλον = σφαγεῖον πρβλ. μακελλεύω, μακελλάρης) = μαχαιρωμένη μὲ μανία, καταπληγωμένη καὶ αἱματωμένη ὁλόληρη
Καταφατσελλωμένην = χτυπημένη ἄγρια καὶ μωλωπισμένη φρικτὰ
ἀγρώνιστην = ἀγνώριστη
Τὸ δίτζιον που τὸ ἄδικον θωρεῖς το τζαὶ κρινίσκεις = βλέπεις, ξεχωρίζεις, διακρίνεις καθαρὰ τὸ δίκαιο ἀπὸ τὸ ἄδικο καὶ ἀποδίδεις τὸ δίκαιο, ἐκφέρεις τὴν σωστὴ κρίση, ἀποκαθιστᾶς τὴν εὐταξία.
σέρι = χέρι
που = ἀπὸ
.