21.3.15

Αγ.Μιχαήλ Μαυρουδής



Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Μιχαὴλ Μαυρουδῆς γεννήθηκε στὴν Γρανίτσα Εὐρυτανίας ἀπὸ εὐσεβεῖς γονεῖς, τὸν Δημήτριο καὶ τὴν Στατῆρα, οἱ ὁποῖοι τοῦ μετέδωσαν ἀπὸ τὴν παιδική του ἡλικία τὴν ὀρθόδοξη εὐσέβεια.
Ὅταν ἐνηλικιώθηκε, νυμφεύθηκε, καὶ μετανάστευσε στὴν Θεσσαλονίκη, καὶ ἐκεῖ ἄρχισε νὰ ἐξασκεῖ τὸ ἐπάγγελμα τοῦ ἀρτοπώλη.
Ὁ Μιχαὴλ διακρινόταν γιὰ τὴν ἐλεήμονα φύση του καὶ ἦταν φιλακόλουθος.
Στὶς 17 Μαρτίου, Δευτέρα μετὰ τὴν Κυριακὴ τῆς Σταυροπροσκυνήσεως, ὁ Μιχαήλ, μετὰ τὸ τέλος τῆς πρωϊνῆς Ἀκολουθίας (Ὄρθρος-Ὧρες-Ἑσπερινός), ἔφυγε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία καὶ κατευθύνθηκε  πρὸς τὸ ἀρτοπωλεῖο του, ὅπου λίγο ἀργότερα πῆγε καὶ ἕνας γνώριμός του νεαρὸς Μωαμεθανὸς γιὰ νὰ ἀγοράσει ψωμί. Ὁ Μιχαήλ, μὲ ζῆλο γιὰ τὴν σωτηρία ψυχῶν, τοῦ ἄνοιξε συζήτηση, προκειμένου νὰ τὸν προβληματίσει  γιὰ τὶς παιδαριώδεις δοξασίες τῆς μωαμεθανικῆς θρησκείας, ἀλλὰ ἔγινε ἀντιληπτὸς ἀπὸ ἕναν μουφτῆ, ποὺ κατὰ τὴν συγκυρία περνοῦσε ἀπὸ ἐκεῖ, καὶ ὁ ὁποῖος αὐθωρεὶ τὸν κατήγγειλε.
Ὁ Μιχαὴλ ὁδηγήθηκε στὸν δικαστὴ τῆς πόλεως, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου ὁμολόγησε τὴν πίστη του στὸν Χριστό. Ἐκεῖνος ἔδωσε ἐντολὴ νὰ τὸν ραβδίσουν καὶ νὰ τὸν ὁδηγήσουν στὴν φυλακή.
Στὴν συνέχεια, ὁ Μιχαήλ, ὁδηγήθηκε σὲ ἀνώτερο δικαστή, ὁ ὁποῖος τὸν πληροφόρησε ὅτι ἀντιμετώπι-ζε τὸν κίνδυνο τοῦ διὰ πυρᾶς θανάτου. Τότε, ὁ ζηλωτὴς μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ τοῦ δήλωσε: «Πιστεύω ὁλόψυχα, ἀκράδαντα καὶ ἀμετάθετα στὸν Υἱὸ καὶ Λόγο τοῦ Θεοῦ τοῦ Ζῶντος, ποὺ εἶναι ὁ γλυκύτατος Σωτῆρας τῆς ψυχῆς μου, καὶ εἶμαι ἕτοιμος νὰ ὑποστῶ τὰ πάνδεινα γιὰ τὴν ἀγάπη Του. Πάρετε, λοιπόν, καὶ αὐτὰ τὰ χρήματα ποὺ βρίσκονται πάνω μου, γιὰ νὰ ἀγοράσετε ξύλα, ὥστε νὰ προσφερθῶ θυσία ἐθελούσια καὶ καθαρὰ (μακρυὰ ἀπὸ τὰ μολυσμένα ταμεῖα σας) στὸν λατρευτό μου Κύριο».
Ἡ πνευματικὴ ἀνδρεία τοῦ Ἁγίου συγκλόνισε ἀκόμη καὶ τὸν δικαστή, ὁ ὁποῖος δάκρυσε, ἀλλὰ παρὰ ταῦτα ἐξέδωσε τὴν καταδικαστικὴ ἀπόφαση. Ἦταν Πέμπτη μετὰ τὴν Σταυροπροσκύνησιν, 21 Μαρτίου τοῦ ἔτους 1544.
Ὁ τόπος τοῦ μαρτυρίου του, ἦταν κοντὰ στὴν Ἀνατολικὴ Πύλη τῆς πόλεως (ὅπου ἡ ὀνομαστὴ πλατεῖα Συντριβανίου) λίγα μόλις μέτρα βορείως τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ τῆς Ὑπαπαντῆς, στὴν ὁδὸ Ἐγνατίας, ὅπου σήμερα ἔχει ἀνεγερθεῖ μικρὸ προκυνητάριο ἀφιερωμένο στὴν μνήμη του. Ἐκεῖ εἶχε συγκεντρωθεῖ πλῆθος κόσμου. Οἱ μὲν Τοῦρκοι ἀγριεμένοι καὶ φανατικοί, περιστοιχίζοντας καὶ χλευάζοντας τὸν Μάρτυρα, οἱ δὲ Χριστιανοὶ σὲ ἀπόσταση, ἀλλὰ καὶ πάνω σὲ δέντρα καὶ πάνω σὲ στέγες, συγκλονισμένοι καὶ συνεπαρμένοι ἀπό τὸ μαρτυρικὸ μεγαλεῖο τοῦ συμπολίτη τους.
Οἱ δήμιοι, ἀφοῦ τὸν ἐγύμνωσαν, τὸν ἄλειψαν μὲ θειάφι, καὶ ἔτσι σὲ λίγο τὸ τίμιο σῶμα τοῦ Μάρτυρος λαμπάδιασε σὰν δαυλός, ἢ μᾶλλον σὰν κερι εὐλαβικὸ θείας λατρείας πρὸς τὸν Λατρευτὸ Ἐσταυρωμένο Κύριο.
Ὁ Μάρτυς ἔμενε ἀκίνητος, μὲ τὰ χέρια σταυρωμένα, προσευχόμενος, ὄρθιος γιὰ πολλή ὥρα. Οἱ σᾶρκες του καίγονταν καὶ ἔλυωναν καὶ κατἐῤῥεαν. Καὶ ἐκεῖνος ἦταν ἀπορροφημένος ἀπὸ τὴν ἐπικοινωνία μὲ τὸν Οὐρανό.
Τέλος, στρέφοντας τὸ κεφάλι δεξιὰ καὶ ἀριστερά, γιὰ νὰ δεῖ ποῦ ἦταν ἡ περισσότερη φωτιά, ἔῤῥιξε τὸ σῶμα του πρὸς τὰ ἐκεῖ καὶ σὲ λίγο ἔγινε κάρβουνο, στάχτη.
Ἡ δὲ ψυχή του φτερούγισε ἐλεύθερη πρὸς τὰ οὐράνια δώματα, πρὸς τὸν Χριστόν, τὸν ἀγαπημένο Νυμφίο Του.
Οἱ συμπατριῶτες του στὴν Ἀθήνα ἔκτισαν μικρὸ Ναό, στὸ παλαιὸ Μετόχι τῆς Μονῆς Πετράκη (ποὺ λειτουργοῦσε καὶ ὡς Οἰκοτροφεῖο Φοιτητῶν Θεολογίας) καὶ νῦν αὐτοτελῆ Μονὴ τῆς Μητροπόλεως Καισαριανῆς «Ζωοδόχος Πηγή». Εἰς αὐτὸ πανηγυρίζουν μεγαλοπρεπῶς καὶ τὸν τιμοῦν, κάθε χρόνο, τὴν Κυριακὴ τοῦ Θωμᾶ.
(Νὰ σημειωθεῖ, ὅτι ἀπὸ τὴν Γρανίτσα κατάγεται καὶ ὁ σπουδαῖος λογοτέχνης Ζαχαρίας Παπαντωνίου).

Σημειώσεις: 
1. Η Θεσσαλονίκη κατελήφθη από τους Τούρκους το 1430 μΧ. Ο Άγιος έζησε και μαρτύρησε 110 χρόνια μετά, στα πιό σκοτεινά χρόνια της σκλαβιάς. Υπήρξε μεγάλο στήριγμα για τον υπόδουλο λαό.
2. Τα Συναξάρια δεν αναφέρουν τίποτε για την σύζυγό του και τυχόν παιδιά. Γνωρίζουμε όμως ότι ο πατέρας του είχεν αποθάνει. Άρα, ο Άγιος είχε αφήσει προσώρας την σύζυγον και την μητέρα του στο χωριό, προκειμένου να "ξενιτευθεί" για κάποιο χρόνο, να μαζέψει οικονομίες και να γυρίσει πίσω, όπως έκαναν πολλοί έλληνες των ορεινών χωριών τα χρόνια εκείνα (αλλά και για αρκετό διάστημα κατόπιν).