1.7.14

Εύθυμο αλλά και διδακτικό..



Το παρόν κείμενο έχει σχέση με την πραγματικότητα ακόμα και τα κύρια ονόματα είναι αληθινά.

 

Ντρίννν…ντρίνννν…ντρίννννν…....... χτυπούσε το τηλέφωνο στο σκοτεινό σπίτι του παπα-Φίλιππα, μεσ’ στα μαύρα μεσάνυχτα.

Σκέφτονταν ο παπα-Φίλιππας μέσα στο βύθισμα του λήθαργου, να το σηκώσει ή όχι! Είχε και το κεφάλι βαρύ, γιατί το βράδυ τράβηξε λίγο παραπάνω (ως συνήθως) το ρακί. Και σκεφτόταν.

Τι να ναι το τηλεφώνημα;  Για καμιά εξομολόγηση ετοιμοθάνατου ή για κάποιον αγιασμό;

Αν είναι για εξομολόγηση την έχω άσχημα. Πρέπει να σηκωθώ τώρα, μαυρίλα στο δρόμο, θολούρα στο καύκαλο, και να τρέχω.. Όμως μπορεί να είναι για τίποτε αγιασμούς και τέτοια. Αν είναι έτσι, σίγουρα θα ‘ναι για αύριο και δεύτερο θα ’χει και μπαγιόκο, οπότε δεν πρέπει να το χάσω. Σκέψου, θα βγάλω άνετα και το ρακί της εβδομάδας..

Ο παπά-Φίλιππας εδώ και χρόνια είχε μείνει μόνος. Οι θυγατέρες του είχαν παντρευτεί σ΄ άλλα χωριά, και ο Μεγαλοδύναμος τελευταία του πήρε και τη συμβία. Φέτος του έγινε ο πρόεδρος του χωριού και του έβαλε με το στανιό τηλέφωνο, γιατί τώρα τελευταία ο παπά-Φίλιππας δεν ξυπνούσε κανονικά τις Κυριακές. Ε, τί να πεις. Άμα είσαι μόνος, το βράδυ σου ξεφεύγει το ρακί, το πρωϊ σου ξεφεύγει η ώρα.. Παλαιότερα άμα τύχαινε, και το βράχνιασμα απ’ το πιώμα το ξεπερνούσε, πίνοντας ωμά αβγά, όμως τώρα μήτε κότες είχε, μήτε και την παπαδιά να τού τα ετοιμάσει, άσε που άκουσε ότι τ΄ αβγά ανεβάζουν και τη χοληστερίνη. Έτσι παράτησε κάθε προσπάθεια, κι ο Πρόεδρος αναγκαστικά του φόρεσε το τηλέφωνο..

 ***

Από τότε όμως που μπήκε αυτό το ρημάδι -εντάξει μεγάλο καμάρι τα χρόνια εκείνα- δε μεταπάτησε άνθρωπος στο σπίτι του. Μέχρι και η αδελφή του παπά-Φίλιππα, που έμενε δύο στενά παρακάτω, πήγαινε στην πλατεία, για να του τηλεφωνήσει. Το αποκορύφωμα ήταν τότε που ο μπάρμπα-Χρήστος περνούσε έξω από το σπίτι του παπα-Φίλιππα, κι όταν αυτός τον είδε απ’ τη βεράντα και τον ρώτησε πού πας, ο μπαρμπα Χρήστος του αποκρίθηκε: πάω να σου τηλεφωνήσω.

Με αυτές τις σκέψεις σηκώθηκε, τρίκλισε λιγάκι φωνάζοντας στον εαυτό του «όπα! ίσιωμα!», και βρίσκοντας την ισορροπία του πλησίασε στο τηλέφωνο και το σήκωσε. Έβαλε το ακουστικό στ΄αφτί του -πράγμα που δεν περίμενε να το πετύχει με το πρώτο. Εμπρός, είπε, και του ξέφυγε λόξυγγας. Από την άλλη μεριά του σύρματος ακούστηκε μια βαριά, καθαρή, μεταλλική, σα βυζαντινής μελωδίας φωνή, που του φάνηκε και αρκετά γνωστή και του θύμιζε σίγουρα Λειτουργία.

 

«Εδώ Θεός, έρχομαι να πιούμε μαζί ένα ρακί. Περίμενέ με και να μου ανοίξεις». Του ‘πεσε τ΄ ακουστικό του παπά-Φίλιππα από την ταραχή. Σίγουρα θα είναι φάρσα σκέφτηκε και του΄ρθε να βρίσει. Κατάπιε όμως τη βρισιά και πήρε το ακουστικό διακινδυνεύοντας για άλλη μια φορά την ισορροπία του.

Σαν το ξανάβαλε στο αφτί του, άκουσε την ίδια φωνή που του΄λεγε: Φαίνεται σάστισες, όμως γιατί; Ο παπά-Φίλιππας δεν έβρισκε τη φωνή του, μα ούτε και μπορούσε να σκεφτεί.

Γιατί δεν μιλάς, ακούστηκε πάλι η γνωστή φωνή.

Τι…να… πωωω… ψέλλισε σαστισμένος και τραυλίζοντας ο παπα-Φίλιππας.

Θέλεις να΄ρθω ή όχι; Είπε η φωνή.

Να΄ρθεις …πως…αλί…μονο…ποιος…να…δηλ..αδή…ααα…τι…μπε..λα…που…βρή..κα, μπόρεσε να πει ο παπά-Φίλιππας.

Δεν είσαι πρόθυμος, ευλογημένε, να δεχτείς αυτόν που υπηρετείς, που σε ακούει να κηρύττεις, και κάθε φορά στη Λειτουργία του λες ευχαριστώ; Είπε η φωνή με έκδηλο κάποιο θυμό.

Άκου να σου πω, εγώ θα έρθω, είτε το θέλεις είτε όχι. Είπε για τελευταία φορά προστακτικά η γνωστή φωνή. Μετά άκουσε το σήμα του τηλεφώνου, όταν κλείνει…

 

Ο παπα-Φίλιππας ακούμπησε το ακουστικό, κάθισε στο ντιβάνι αποσβολωμένος και άρχισε να μονολογεί.

Ας υποθέσουμε λοιπόν ότι είναι ο Θεός. Γιατί να χρησιμοποιήσει το τηλέφωνο σαν τους συγχωριανούς μου και να μη μου το πει απευθείας; Αλλά κι από την άλλη, γιατί να μη χρησιμοποιεί κι ο Ίδιος προόδους της τεχνολογίας, που στο κάτω-κάτω Αυτός βοήθησε να επινοηθούν.

Καλά αυτό. Και το ότι θύμωσε; Κι αυτό κατανοητό. Μήπως στο Ναό του Σολομώντα πάλι ο Ίδιος δε θύμωσε και σήκωσε βούρδουλα για να διώξει τους κακούς θρησκευομένους; Κι εδώ που τα λέμε, μετα μένα, ε, είχε και δίκιο να θυμώσει.. Κακός θρησκευόμενος..

Αλλά είπε θα έρθει εδώ, συνέχισε ο παππα-Φίλιππας. Δεν είναι απανταχού παρών ο Θεός; Αυτό μάθαμε, αυτό κηρύττουμε. Πώς θα έρθει, αφού είναι εδώ; Μπας και Τον έδιωξα χωρίς να το καταλάβω;

Κάπου όμως μπερδεύτηκε η σκέψη του και έτσι με μια προσπάθεια σηκώθηκε όρθιος και φώναξε Θεός είναι, ό,τι θέλει κάνει. Εγώ να δούμε τί θα κάνω τώρα. Ας περιμένω και βλέπουμε..

 

Ύστερα λάλησε το πετεινάρι -λες να ήταν η τρίτη φορά;- και θυμήθηκε τον Απόστολο Πέτρο.. Έπρεπε άραγε να κλάψει και αυτός; Ήταν τόσο ζαλισμένος όμως, που αποφάσισε να πάει πίσω στο κρεββάτι κι εκεί να περιμένει. Μ΄ένα τρέκλισμα και μονολογώντας «ίσιωμα» σωριάστηκε στο κρεβάτι του, κι αμέσως, δίχως να το καταλάβει, βυθίστηκε στον ύπνο.

***

Την άλλη μέρα το πρωί τον ρωτούσε ο μπάρμπα-Θεόφιλος ο ψάλτης, προτού αρχίσει η Ακολουθία, για κάτι ακατανόητα που άκουγε όταν του τηλεφώνησε. Ήθελα του΄λεγε να έρθω να πιούμε ένα τσιπουράκι, γιατί δεν είχα ύπνο, μα δεν καταλάβαινα τί έλεγες κι έκλεισα.

Δίκαιο έχεις είπε ο παπά-Φίλιππας. Και ξέρεις ποιος φταίει; Το τηλέφωνο! Γιατί αν ερχόσουν, θα έβλεπα ότι είσαι ο Θεόφιλος και όχι ο Θεός!

Πάλι ακαταλαβίστικα μιλάς παππούλη, είπε ο μπάρμπα-Θεόφιλος, ενώ ο παπά-Φίλιππας άρχισε (λίγο εκνευρισμένος είν’ αλήθεια) «Ευλογητός ο Θεός»…

 

το βρήκα στον παρακάτω σύνδεσμο, αλλά του έκανα κάποια διασκευή..

http://eklactakeimena.blogspot.gr/2010/06/blog-post_26.html