5.2.14

Προσευχή για την Κύπρο μας



Για την Κύπρο μας, Κύριε, Σε ικετεύουμε!…

Για την Κύπρο μας, Κύριε, αγωνιούμε, πονούμε, Σε ικετεύουμε.
Δες τους Άρχοντες των Εθνών, που χωρίς τον φόβο Σου κινούνται και βυσοδομούν, δες πως «συνήχθησαν επί το αυτό» και σχεδιάζουν το άδικο και πιέζουν με κάθε ευκαιρία, με κάθε πρόφαση, με κάθε αφορμή.
Εμείς, ο λαός Σου, ανήμποροι παραγκωνισμένοι απλοί θεατές. Κανένας δε μας λογαριάζει. Το νησί μας αλυσόδετο σέρνεται στη σκληρή του «μοίρα», στο ατέλειωτο δραμα του.
«Εγενήθημεν όνειδος τοις γείτοσιν ημών, μυκτηρισμός και χλευασμός τοις κύκλω ημων».
Ω Κύριε, ο Θεός των δυνάμεων, «έως πότε οργίζη επί την προσευχήν των δούλων Σου»; Πέφτουμε στα γόνατα και Σε παρακαλούμε, μα Εσύ παραδόξως ..αυξάνεις τη δοκιμασία μας, μοιάζεις να δυναμώνεις την οργή Σου! Μας ταΐζεις συνεχώς «άρτον δακρύων» και μας ποτίζεις «εν δάκρυσιν εν μέτρω».
Ναι, αμαρτήσαμε σε πολλά. Προσκυνήσαμε τη χρυσή εικόνα των σύγχρονων Βαβυλωνίων. Παρασυρθήκαμε στο χορό του Βαάλ. Ξεμυαλισθήκαμε με τους «κώμους και τις μέθες» της χλιδής των Αιγυπτίων. Ασωτεύσαμε. Πλεονεκτήσαμε. Μεθύσαμε μέσα στην παραζάλη των απολαύσεων του κόσμου τούτου. Και προδώσαμε τον εαυτό μας, την Παράδοσή μας, Εσένα!.
Μα και μετανοούμε και καταφεύγουμε στο Έλεός Σου.
Ας έλθει μπροστά το θείο θρόνο Σου, δεόμεθα, έστω «ο στεναγμός των πεπεδημένων», ο ασίγητος λυγμός των εκπατρισμένων, καθώς και η εναγώνια ικετευτική κραυγή «του αίματος των δούλων Σου του εκκεχυμένου». Πόσοι το 1955-59, πόσοι το 1964, πόσοι το 1974 πότισαν με το άλικο αίμα τους αυτό το χώμα, άφησαν την τελευταία τους πνοή, σαν προσευχή καυτή.
Κύριε, «επίστρεψον ημάς», γύρισέ μας πίσω στην αγκάλη Σου και την προστασία Σου, στη γαλήνη, την ευσέβεια, την ομόνοια, την αρετή, την προκοπή. Γύρισε τα παιδιά της Κύπρου, που έχουν σκορπίσει στους πέντε ανέμους, γύρισέ τα στον ευλογημένο τόπο τους. Ένωσέ τα ελεύθερα πια.
«Επίφανον το Πρόσωπόν Σου». Δείξε μας την ευμένεια και την πατρική στοργή Σου. Κατάλυσε τα άνομα σχέδια των «ενδόξων της γης», διασκέδασον «ως χουν κατά πρόσωπον ανέμου» την «πονηράν βουλήν» των συγχρόνων Αχιτόφελ, που θέλουν να ατιμάσουν την αγνή πατρίδα μας και την ιστορία της.  Χάρισέ μας το Φως της δόξας Σου, συγχωρώντας όλα τα σφάλματά μας.
«Επίφανον το Πρόσωπόν Σου, και σωθησόμεθα». Θα δούμε την ποθητή μέρα της σωτηρίας. Και θα Σε δοξάζουμε εις τους αιώνας.
(βλ. Ψαλμ. οη’ & οθ’)  Αρχιμ.Θεολ.Α.  βλ.&

 
Κόντρα στη διχοτόμηση

Κόντρα στη διχοτόμηση
και κόντρα στους ανέμους.
Βοήθα, αδελφέ, να φθάσουμε,
να διώξουμε τους ξένους.
Το χώμα αυτό το φύτεψα,
το πότισα, το σκάλισα.
και ήρθαν και το πήρανε
το κλέψαν, το τουρκέψανε
αυτούς που δεν καλέσαμε
και μας το καταστρέψανε.

Ω! λα, όλα, λα…
Ω! λα, λα, λα, Λευτεριά.