Ο δεινός φιλόλογος και διανοητής
και εκλεκτός εκπαιδευτικός Κώστας Γανωτής έχει διακριθεί ως άριστος
εκπαιδευτικός, ως πρωτοστάτης των πρώτων κρυφών σχολειών για τη διδασκαλία της
αυθεντικής ελληνικής γλώσσης, έχει ωφελήσει πλείστες ψυχές και ως ομιλητής είτε
σε σχολές γονέων με θέματα παιδαγωγικής φύσεως είτε σε καθαρώς πνευματικά
κηρύγματα.
Ίσως δεν είναι γνωστό όμως ότι
έχει διακριθεί και ως συνθέτης ωραιοτάτων ελληνικών παραμυθιών.
Το παραμύθι άδολα ξετυλίγεται
και απλά, σαν μια γιαγιά και παππούς στο παραγώνι, να μιλάει αργά και γλυκά, στην
άκρη ενός αναμένου τζακιού, μ’έναν τρόπο μυσταγωγικό, να εξάπτει και να
χειραγωγεί τη φαντασία των μικρών παιδιών και να τα οδηγεί σε κόσμους εξωτικούς
και πραγματικούς με βασιλιάδες, βασιλοπούλες, θάλασσες, δράκους, χωρίς αυστηρή
δομή και λογική, χωρίς κουραστικό, «δασκαλίστικο», ύφος και διατεταγμένα ηθικά
διδάγματα, αλλά με ένα αδρό σχέδιο να πλανάται πάντα παντού «ότι η ζωή έχει
αγώνες και περιπέτειες, κινδύνους, αγωνίες και μάχες, και τελικά ο ακατάβλητος τίμιος
αγωνιστής δικαιώνεται. «Και ζήσαν αυτοί καλά και μεις καλύτερα».
Αξίζει να διαβάσετε όλη τη σειρά
των παραμυθιών του Κώστα Γανωτή.
Έχει όλα τα στοιχεία του
κλασικού παραμυθιού, βασιλιάς, βασίλισσα, βασιλοπούλα, καβαλάρηδες, νεράιδες,
δράκους, αλλά συνάμα έχει και πάρα πολλά εκκλησιαστικά στοιχεία: Μοναστήρια,
προσευχές, λιβάνια, νηστείες κ.ο.
Και όλα αυτά αβίαστα, χωρίς επιτήδευση,
με μια αφελότητα τόσο συμπαθητική, όπως είναι όλα τα παραμύθια. Συνάμα δε και
με λιτότητα -δεν κάνει λογοτεχνία ο παππούς και η γιαγιά, μόνο σε ταξιδεύει...
ΤΑ ΔΥΟ ΑΝΤΡΕΙΩΜΕΝΑ ΑΔΕΡΦΙΑ
Μιά φορά κι έναν καιρό ηταν δυο άδέρφια
πολύ αντρειωμένα και αχώριστα μεταξύ τους, γιατί ήταν δίδυμα κι είχαν συνηθίσει
από μικρά να είναι πάντοτε μαζί.
Το όνειρο τους ηταν να κάνουν κατορθώματα
με τη δύναμή τους και να δοξαστούν.
Στο χωριό τους όμως δεν μπορούσαν τίποτε
σπουδαίο να κάνουν και γι' αυτό αποφάσισαν να φύγουν σε ξένα μέρη, μήπως εκεί
μπορέσουν να κάνουν κανένα μεγάλο κατόρθωμα.
Εκεί που πήγαιναν φτάνουν σ' ένα κάμπο, μα
τί κάμπο, κατάξερο χωρίς ένα πράσινο χορτάρι. Ώρες περπατούσαν και άνθρωπο δεν
εβλεπαν.
Κάποτε τελειώνει ο κάμπος φτάνουν σ' ένα
ποτάμι κι εκεί στην όχθη βρίσκουν ένα τσομπανάκο με λίγα προβατάκια.
—Γειά σου, μπάρμπα
—Γειά σας.
—Τί κάνεις εδώ;
—Αυτό, που βλέπετε.
—Και όλος αυτός ο κάμπος γιατί είναι
έρημος;
—Γιατί δεν έχει νερό σταγόνα.
Τότε κάθησαν τα δυο αντρειωμένα αδέρφια και
σκέφτηκαν πως εδώ αξίζει να δείξουν την αντρεία τους. Πιάνουν λοιπόν και
ξερριζώνουν ριζιμιά κοτρώνια από γύρω-γύρω και τα ρίχνουν στο ποτάμι και το
μουλώνουν.
Ξεχείλισαν τα νερά κι άρχισαν να τρέχουν
προς τον κάμπο.
Σε λίγες μέρες ο κάμπος έγινε βάλτος και
μετά καταπρασίνισε.
Αρχισαν τότε να κατεβαίνουν απ' τα βουνά
πολλοί και να καλλιεργούν τα χωράφια, και τα δυο αδέρφια χαίρονταν με το
κατόρθωμά τους. Όταν έμαθαν κι οι γεωργοί ότι αυτοί γύρισαν το ποτάμι, τους
τίμησαν πολύ και τους είχαν για ήρωες.
Δεν πέρασαν όμως πολλές μέρες και φάνηκαν
νάρχονται πολλοί οπλισμένοι άπ' τά χαμηλότερα μέρη του ποταμού και ήταν έτοιμοι
ν' ανοίξουν μάχη με τους καμπίσιους.
Η αιτία ηταν που έκοψαν το ποτάμι και τώρα
αυτοί δεν έχουν ούτε να πιούν ούτε να ποτίσουν τα ζώα τους και τη γη τους.
Τότε τους είπαν ότι αυτό το έκαναν τα δυο
αδέρφια και οι κατωχωρίτες τάβαλαν μαζί τους. Τ'αδέρφια σκέφτηκαν ότι έχουν
δίκιο, αλλά και οι καμπίσιοι έχουν κι αυτοί δίκιο, όλοι το χρειάζονται το
ποτάμι.
Γι' αυτό πήγαν και σήκωσαν κάμποσες πέτρες
απ' το ποτάμι, κι έτσι το μισό νερό έρχονταν στον κάμπο και το μισό έφευγε προς
τα κάτω. Έτσι μέρωσαν και οι κατωχωρίτες κι έφυγαν αλλά όχι και τόσο
ευχαριστημένοι.
Τα δυο αντρειωμένα αδέρφια προχώρησαν
παρακάτω για να κάνουν κι άλλα κατορθώματα. Εκεί που πήγαιναν φτάνουν κοντά σ'
ένα χωριό και βλέπουν γύρω απ' το χωριό στο δάσος να τριγυρνούν κάμποσες
αρκούδες.
—Αυτές οι αρκούδες θα τους τρώνε τους
κακομοίρηδες, σκέφτηκαν. Γι' αυτό δεν βρίσκεται κανένας έξω να καλλιεργήσει τη
γη.
Πιάνουν, λοιπόν, και σκοτώνουν όλες τις
αρκούδες μία-μία, κι ύστερα μπαίνουν στο χωριό και το λένε στους χωρικούς.
Αυτοί όμως αντί να ευχαριστηθούν, άρχισαν να κλαίνε και να τούς βρίζουν.
—Μα αφού δεν σας άφιναν οι αρκούδες να
βγείτε στα χωράφια σας; τους λέγανε τα αντρειωμένα παλληκάρια.
—Εμείς δεν είμαστε γεωργοί, απαντούσαν οι
χωρικοί.
—Και τί κάνατε, για να ζήσετε;
—Αρκουδιάρηδες είμαστε. Γυμνάζουμε αρκούδες
και γυρίζουμε στα χωριά. Τώρα πού θα βρούμε αρκούδες;
Τα παλληκάρια τους παρηγόρησαν ότι άμα
βρούν αλλού αρκούδες, θα τις πιάσουν ζωντανές να τους τις φέρουν. Ως τότε, ας
κάνουν και λίγη γεωργία. Και πήγαν παρακάτω.
Εκεί που πήγαιναν βρίσκουν ένα βουνό και
στα ριζά του βουνού πολλοί εργάτες έσκαβαν κι έβγαζαν πέτρες και χώματα.
—Τί κάνετε εκεί; τους ρώτησαν.
—Διαμάντια βγάζουμε απ' το βουνό μας. Μα
είναι πολύ λίγα και θέλουν πολύ κόπο. Κι εμείς περιμένουμε απ' αυτή τη δουλειά
να θρέψομε τα παιδιά μας.
Πιάνουν λοιπόν τα δυο αντρειωμένα αδέρφια
από έναν κασμά κι αρχίζουν ένα σκάψιμο γενναίο, σαν να ήταν εκατό εργάτες ο
καθένας.
Ολοι τότε άφησαν τους κασμάδες και
στέκονταν από πίσω, για να ξεδιαλέγουν τα διαμάντια.
Τ' αδέρφια δούλεψαν έτσι ασταμάτητα ως το
βράδυ και όταν ενύχτωσε σταματούν το σκάψιμο, γυρίζουν πίσω τους και δεν
βλέπουν κανένα. Παρατούν τους κασμάδες και μπαίνουν στο χωριό. Άνθρωπο δεν
ανταμώσαν.
—Τί συμβαίνει; Πού πήγαν όλοι; Ρώτησαν έναν
τυφλό, που τον βρήκαν να περιφέρεται.
—Έπιασαν όλοι πολλά διαμάντια και φύγανε,
για να ζήσουν στην πόλη, απάντησε εκείνος.
—Για δες, που χαλάσαμε το χωριό άθελά μας,
είπαν τ' αντρειωμένα αδέρφια και πήγαν παρακάτω.
Τώρα όμως δεν είχαν κέφι να κάνουν
κατορθώματα, γιατί έβλεπαν ότι η αντρεία τους δεν ωφελούσε. Γι' αυτό
προχωρούσαν συλλογισμένοι. Εκεί που πήγαιναν φτάνουν επί τέλους στην πολιτεία
τη μεγάλη. Εκεί ήταν και το παλάτι του βασιλιά.
—Δεν πάμε στο βασιλιά, να πούμε το πρόβλημά
μας, σκέφτηκαν και ζήτησαν ακρόαση από το βασιλιά. Τους δέχτηκε εκείνος, και
είπαν τα αντρειωμένα αδέρφια πως έχουν μιάν αντρεία μεγάλη και την όρεξη να
κάνουν κατορθώματα, αλλά ό,τι κι αν κάνουν, ή λίγο ωφελούν ή καθόλου, άλλα
βλάφτουν κιόλας.
Τότε ο βασιλιάς τους πρότεινε να δουλέψουν
στο παλάτι. Χρειάζεται έναν καλό φούρναρη κι έναν καλό μάγειρο.
—Και πώς θα τα καταφέρουμε να μη βλάψουμε
και το παλάτι με την παραπανίσια δύναμη, που έχουμε; Ρώτησαν τα αδέρφια.
—Νά, τους λέει ο βασιλιάς. Στον περίσσιο
χρόνο σας να κάνετε κάτι σπουδαιότερο από τις δουλειές σας, για να μην κάνετε
παραπάνω δουλειά απ' την απαραίτητη.
—Και τί θάναι το σπουδαιότερο αυτό; Ρώτησαν
τα παλληκάρια.
—Σπουδαιότερο απ' τη δουλειά είναι μόνο η
προσευχή, απάντησε ο βασιλιάς.
—Κι άν παρακάνουμε και προσευχή; Ρώτησαν
πάλι αυτοί.
—Δεν θα μπορείτε, απάντησε ο βασιλιάς,
γιατί τότε θα παραγίνει το προζύμι και θα καεί το φαϊ. Έτσι θα τάχετε όλα
μετρημένα.
Τότε τα αντρειωμένα αδέρφια δέχτηκαν την
πρόταση του βασιλιά και γίνανε ο ένας φούρναρης κι ο άλλος μάγειρος των
ανακτόρων και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.
Κ.Γανωτής. Η αρχοντίτσα και ο Λύκος.
σελ.95-99
βλ. & http://peripsyches.blogspot.gr/2012/01/blog-post_29.html
βλ. & http://peripsyches.blogspot.gr/2012/01/blog-post_29.html