
Η ΣΗΜΑΔΟΥΡΑ
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα λιμάνι. Πολύ ωραίο, γραφικό λιμάνι, όπου ντόπιοι ψαράδες πήγαιναν κι ερχόντουσαν με τις βάρκες ή τα καΐκια τους, και όπου έφθαναν κάθε μέρα θαλαμηγοί πολυτελείας και αγκυροβολούσαν μεγαλόπρεπα, στολίζοντάς το ζηλευτά.
Στη μέση του λιμανιού, ωστόσο, στη θάλασσα, ήταν κάτι παράξενο, από χρόνια (ούτε θυμόντουσαν οι παλιότεροι πότε και πώς είχε βρεθεί εκεί), ήτανε κάτι σαν πύργος υποβρύχιου, που μόλις ξεχώριζε από την επιφάνεια του νερού. Στην αρχή όλοι κάτι τέτοιο νομίζανε και μάλιστα είχαν φοβηθεί. Όσο περνούσε όμως ο καιρός, κι αυτό ήτανε στη θέση του, ακίνδυνο, κατέληξαν όλοι ότι επρόκειτο για σημαδούρα. Άρχισαν μάλιστα να την χρησιμοποιούν και να δένουν εκεί τις βάρκες τους, πράγμα που αποδείχτηκε πολύ εξυπηρετικό...
Ήταν όμως κι ένας ναυτικό, δύτης η ειδικότητά του, που δεν μπορούσε να το χωνέψει αυτό το φαινόμενο – σημαδούρα, που δεν μπορούσε να συμβιβασθεί με την κοινή γνώμη και τις απλοϊκές λύσεις της.
Πήγε λοιπόν κάποτε μόνος του κι έκανε μακροβούτι. Κάτι διέκρινε που δεν του φάνηκε για «θεμέλια σημαδούρας». Υποβρύχιο ίσως. Παλιό – ξεχασμένο. Σημαδούρα όχι. Αποκλείεται. Κι αν ήταν υποβρύχιο –σκέφτηκε – τότε τάχα ποιο μυστικό να έκρυβε;
Δίχως να χάσει καιρό εφοδιάστηκε με στολή βατραχανθρώπου και πήγε πάλι και βούτηξε. Έμεινε πολλή ώρα κάτω από το νερό. Και την άλλη μέρα και την παράλλη. Πήγαινε συνέχεια εκεί.
Ο κόσμος τον κορόιδευε. Άλλοτε λέγανε πως πάει για χειμερινός κολυμβητής. Άλλοτε – όταν έμενε πολλές ώρες στο βυθό – ανησυχούσανε πραγματικά μήπως πνίγηκε. Μερικοί διατύπωσαν κάποτε την άποψη ότι του σάλεψε το μυαλό. Στο μεταξύ, κι αυτός με τις πολύωρες καταδύσεις του ένιωθε πολύ εξαντλημένος και δεν έβγαινε πια στην παραλία, κλεινόταν στο σπίτι του και ξέκοψε απ’ όλες τις παρέες του. Κάποιος μεγάλος σκοπός τον είχε συνεπάρει, κι ας τον χαρακτήριζαν οι άλλοι παράξενο, υποχόνδριο, μελαγχολικό.
Ώσπου μια μέρα έκανε την συνηθισμένη του κατάδυση κρατώντας ένα μηχάνημα. Ήταν ειδική υποβρύχια αντλία.
Τώρα, που όλες τις τρύπες τις είχε κλείσει, τώρα μπορούσε να βγάλει το νερό. Άλλωστε, καθώς το σκάφος ήταν φτιαγμένο από πλαστικό, καλό πλαστικό, γερό, ποιότητος, τίποτε δεν σάπισε τόσα χρόνια στο νερό. Μόνο φύκια και υδρόβια μούσκλια είχαν τρυπώσει παντού, αλλά αυτά καθαρίζονταν. Τα σχοινιά είχαν λιώσει, αλλά στη θέση τους έμπαιναν πολύ εύκολα καινούργια. Η άγκυρα είχε χαθεί, αλλά οπωσδήποτε δεν ήταν πρόβλημα να αγορασθεί άλλη. Η μηχανή; Γενικά φαινόταν στεγανοποιημένη, αλλά αν δούλευε ή όχι αυτό θα διαπιστωνόταν αργότερα.
Τώρα ήταν υπεραρκετό ότι δούλευε η αντλία. Και έβγαζε συνέχεια το νερό. Και το «υποβρύχιο» αναδυόταν πια. Μετά από τόσα χρόνια...
Δυο –τρεις από τα καφενεία της παραλίας το παρατηρήσανε. «Για δες ρε τη σημαδούρα! Ανεβαίνει πάνω απ’ το νερό!», «Μα είναι δυνατόν; Και κοίτα τι κομψό σχήμα έχει!», «Λες να ‘ναι καμμιά γοργόνα;», «Λες να ‘ναι καράβι στοιχειωμένο;», «Θα το δούμε».
Ο βατραχάνθρωπος εργαζόταν πυρετωδώς. Η αντλία δούλευε συνεχώς. Ευτυχώς ήταν δυνατή αντλία, ποιότητος, αποτελεσματική. Ο βατραχάνθρωπος διαρκώς επιθεωρούσε και έκλεινε τις όποιες χαραμάδες. Η αντλία διαρκώς του συμπαρίστατο στο μεγάλο έργο, στον άθλο.
Ο πυργίσκος φαινότανε πια καθαρά. Ένα θαυμαστό πιλοτήριο με τα τζάμια άθικτα. Ήδη ξεχώριζαν και οι διαστάσεις του σκάφους. Δεν υπήρχε, βέβαια, κατάστρωμα. Καθόλου. Ούτε πρώτο ούτε δεύτερο. Ούτε επίστεγο, ούτε κουπαστές. «Θα ‘ναι υποβρύχιο» είπε κάποιος. «Καλά λέγανε οι παλιοί». «Όχι είναι πλοίο ειδικού τύπου, σαν κότερο, σαν μικρή θαλαμηγός», «Για να δούμε!».
Το ενδιαφέρον όλων είχε αυξηθεί πολύ, στο έπακρο. Αυτή η μέχρι χθες ανάξια λόγου σημαδούρα, τώρα φαινότανε ότι «κάτι άξιζε». Και «κάποιο μυστικό έκρυβε»...
Σε λίγες μέρες φαινότανε πια καθαρά ότι ήτανε πλοίο. Μέτριο σε μέγεθος. Χαμηλό! Κλειστό με παράθυρα γύρω –γύρω και στρογγυλεμένες τις γωνίες. Επάνω προεξείχε ένας ευρύχωρος θάλαμος, το πιλοτήριο. Πίσω, ένα μικρό άνοιγμα, σαν μπαλκόνι, που οδηγούσε στην πόρτα εισόδου. Μέσα, καθίσματα αναπαυτικά σαν λεωφορείου – σαν αεροπλάνου, βέβαια αρκετά φθαρμένα απ’ το νερό και τα φύκια. Στο δάπεδο πρέπει να υπήρχε κάποτε μοκέτα... Αλλά αυτό ήταν το λιγότερο...
Στο μεταξύ ο ναύτης δούλευε τώρα στη μηχανή. Ήταν καλή! Κάποια εξαρτήματα άλλαξε. Έβαλε καινούργια μπουζί. Τροφοδότησε με πετρέλαιο. Και έκανε το σταυρό του, να την θέσει σε κίνηση. Ναι! Πήρε μπρος!
Στην παραλία είχε μαζευτεί κόσμος, και όλοι όρθιοι με έξαψη περιέργειας, παρακολουθούσαν το θαύμα. Εκεί μέσα στο λιμάνι τους ένα γαλαζοκίτρινο πλοίο έκοβε βόλτες. Σεμνά – λίγο φοβισμένα θα ‘λεγε κανείς – μα χαριτωμένα...
Ο ναύτης αύξησε λίγο την ταχύτητα. Ωραίοι αφροί ξεπετάχτηκαν στην πρώρα. Το σκάφος λίγο ανασηκώθηκε, έδειξε πιο ελαφρό τώρα.
Ο ναύτης έστρεψε το πηδάλιο. Ήταν καιρός να δοκιμάσει να βγει απ’ το λιμάνι, σε θάλασσα ανοιχτή, να δοκιμάσει και την ταχύτητα του πλοίου, που – με τη βοήθεια του Θεού – είχε ξεθάψει απ’ το βυθό...
Μπροστά του ήταν η έξοδος και τον προκαλούσε. Αύξησε την ταχύτητα. Το πλοίο πρόθυμα υπάκουσε. Αύξησε κι άλλο. Τόσο πιο ανάλαφρα και πρόθυμα πετάχτηκε μπροστά το σκαρί. Κι άλλο! Κι άλλο! Έδωσε «πρόσω ολοταχώς»! την μεγαλύτερη κλίμακα δύναμης στη μηχανή.
Και τότε έγινε κάτι ανέλπιστο. Κάτι απίστευτο, καταπληκτικό.
Το γαλαζοκίτρινο σκάφος ανυψώθηκε σε πέδιλα πάνω από το νερό και μέσα σε αφρούς πετούσε πια σαν χελιδόνι, σαν σαΐτα, σαν δελφίνι.
Μα, ναι! Ήταν ιπτάμενο δελφίνι!
07.10.95
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα λιμάνι. Πολύ ωραίο, γραφικό λιμάνι, όπου ντόπιοι ψαράδες πήγαιναν κι ερχόντουσαν με τις βάρκες ή τα καΐκια τους, και όπου έφθαναν κάθε μέρα θαλαμηγοί πολυτελείας και αγκυροβολούσαν μεγαλόπρεπα, στολίζοντάς το ζηλευτά.
Στη μέση του λιμανιού, ωστόσο, στη θάλασσα, ήταν κάτι παράξενο, από χρόνια (ούτε θυμόντουσαν οι παλιότεροι πότε και πώς είχε βρεθεί εκεί), ήτανε κάτι σαν πύργος υποβρύχιου, που μόλις ξεχώριζε από την επιφάνεια του νερού. Στην αρχή όλοι κάτι τέτοιο νομίζανε και μάλιστα είχαν φοβηθεί. Όσο περνούσε όμως ο καιρός, κι αυτό ήτανε στη θέση του, ακίνδυνο, κατέληξαν όλοι ότι επρόκειτο για σημαδούρα. Άρχισαν μάλιστα να την χρησιμοποιούν και να δένουν εκεί τις βάρκες τους, πράγμα που αποδείχτηκε πολύ εξυπηρετικό...
Ήταν όμως κι ένας ναυτικό, δύτης η ειδικότητά του, που δεν μπορούσε να το χωνέψει αυτό το φαινόμενο – σημαδούρα, που δεν μπορούσε να συμβιβασθεί με την κοινή γνώμη και τις απλοϊκές λύσεις της.
Πήγε λοιπόν κάποτε μόνος του κι έκανε μακροβούτι. Κάτι διέκρινε που δεν του φάνηκε για «θεμέλια σημαδούρας». Υποβρύχιο ίσως. Παλιό – ξεχασμένο. Σημαδούρα όχι. Αποκλείεται. Κι αν ήταν υποβρύχιο –σκέφτηκε – τότε τάχα ποιο μυστικό να έκρυβε;
Δίχως να χάσει καιρό εφοδιάστηκε με στολή βατραχανθρώπου και πήγε πάλι και βούτηξε. Έμεινε πολλή ώρα κάτω από το νερό. Και την άλλη μέρα και την παράλλη. Πήγαινε συνέχεια εκεί.
Ο κόσμος τον κορόιδευε. Άλλοτε λέγανε πως πάει για χειμερινός κολυμβητής. Άλλοτε – όταν έμενε πολλές ώρες στο βυθό – ανησυχούσανε πραγματικά μήπως πνίγηκε. Μερικοί διατύπωσαν κάποτε την άποψη ότι του σάλεψε το μυαλό. Στο μεταξύ, κι αυτός με τις πολύωρες καταδύσεις του ένιωθε πολύ εξαντλημένος και δεν έβγαινε πια στην παραλία, κλεινόταν στο σπίτι του και ξέκοψε απ’ όλες τις παρέες του. Κάποιος μεγάλος σκοπός τον είχε συνεπάρει, κι ας τον χαρακτήριζαν οι άλλοι παράξενο, υποχόνδριο, μελαγχολικό.
Ώσπου μια μέρα έκανε την συνηθισμένη του κατάδυση κρατώντας ένα μηχάνημα. Ήταν ειδική υποβρύχια αντλία.
Τώρα, που όλες τις τρύπες τις είχε κλείσει, τώρα μπορούσε να βγάλει το νερό. Άλλωστε, καθώς το σκάφος ήταν φτιαγμένο από πλαστικό, καλό πλαστικό, γερό, ποιότητος, τίποτε δεν σάπισε τόσα χρόνια στο νερό. Μόνο φύκια και υδρόβια μούσκλια είχαν τρυπώσει παντού, αλλά αυτά καθαρίζονταν. Τα σχοινιά είχαν λιώσει, αλλά στη θέση τους έμπαιναν πολύ εύκολα καινούργια. Η άγκυρα είχε χαθεί, αλλά οπωσδήποτε δεν ήταν πρόβλημα να αγορασθεί άλλη. Η μηχανή; Γενικά φαινόταν στεγανοποιημένη, αλλά αν δούλευε ή όχι αυτό θα διαπιστωνόταν αργότερα.
Τώρα ήταν υπεραρκετό ότι δούλευε η αντλία. Και έβγαζε συνέχεια το νερό. Και το «υποβρύχιο» αναδυόταν πια. Μετά από τόσα χρόνια...
Δυο –τρεις από τα καφενεία της παραλίας το παρατηρήσανε. «Για δες ρε τη σημαδούρα! Ανεβαίνει πάνω απ’ το νερό!», «Μα είναι δυνατόν; Και κοίτα τι κομψό σχήμα έχει!», «Λες να ‘ναι καμμιά γοργόνα;», «Λες να ‘ναι καράβι στοιχειωμένο;», «Θα το δούμε».
Ο βατραχάνθρωπος εργαζόταν πυρετωδώς. Η αντλία δούλευε συνεχώς. Ευτυχώς ήταν δυνατή αντλία, ποιότητος, αποτελεσματική. Ο βατραχάνθρωπος διαρκώς επιθεωρούσε και έκλεινε τις όποιες χαραμάδες. Η αντλία διαρκώς του συμπαρίστατο στο μεγάλο έργο, στον άθλο.
Ο πυργίσκος φαινότανε πια καθαρά. Ένα θαυμαστό πιλοτήριο με τα τζάμια άθικτα. Ήδη ξεχώριζαν και οι διαστάσεις του σκάφους. Δεν υπήρχε, βέβαια, κατάστρωμα. Καθόλου. Ούτε πρώτο ούτε δεύτερο. Ούτε επίστεγο, ούτε κουπαστές. «Θα ‘ναι υποβρύχιο» είπε κάποιος. «Καλά λέγανε οι παλιοί». «Όχι είναι πλοίο ειδικού τύπου, σαν κότερο, σαν μικρή θαλαμηγός», «Για να δούμε!».
Το ενδιαφέρον όλων είχε αυξηθεί πολύ, στο έπακρο. Αυτή η μέχρι χθες ανάξια λόγου σημαδούρα, τώρα φαινότανε ότι «κάτι άξιζε». Και «κάποιο μυστικό έκρυβε»...
Σε λίγες μέρες φαινότανε πια καθαρά ότι ήτανε πλοίο. Μέτριο σε μέγεθος. Χαμηλό! Κλειστό με παράθυρα γύρω –γύρω και στρογγυλεμένες τις γωνίες. Επάνω προεξείχε ένας ευρύχωρος θάλαμος, το πιλοτήριο. Πίσω, ένα μικρό άνοιγμα, σαν μπαλκόνι, που οδηγούσε στην πόρτα εισόδου. Μέσα, καθίσματα αναπαυτικά σαν λεωφορείου – σαν αεροπλάνου, βέβαια αρκετά φθαρμένα απ’ το νερό και τα φύκια. Στο δάπεδο πρέπει να υπήρχε κάποτε μοκέτα... Αλλά αυτό ήταν το λιγότερο...
Στο μεταξύ ο ναύτης δούλευε τώρα στη μηχανή. Ήταν καλή! Κάποια εξαρτήματα άλλαξε. Έβαλε καινούργια μπουζί. Τροφοδότησε με πετρέλαιο. Και έκανε το σταυρό του, να την θέσει σε κίνηση. Ναι! Πήρε μπρος!
Στην παραλία είχε μαζευτεί κόσμος, και όλοι όρθιοι με έξαψη περιέργειας, παρακολουθούσαν το θαύμα. Εκεί μέσα στο λιμάνι τους ένα γαλαζοκίτρινο πλοίο έκοβε βόλτες. Σεμνά – λίγο φοβισμένα θα ‘λεγε κανείς – μα χαριτωμένα...
Ο ναύτης αύξησε λίγο την ταχύτητα. Ωραίοι αφροί ξεπετάχτηκαν στην πρώρα. Το σκάφος λίγο ανασηκώθηκε, έδειξε πιο ελαφρό τώρα.
Ο ναύτης έστρεψε το πηδάλιο. Ήταν καιρός να δοκιμάσει να βγει απ’ το λιμάνι, σε θάλασσα ανοιχτή, να δοκιμάσει και την ταχύτητα του πλοίου, που – με τη βοήθεια του Θεού – είχε ξεθάψει απ’ το βυθό...
Μπροστά του ήταν η έξοδος και τον προκαλούσε. Αύξησε την ταχύτητα. Το πλοίο πρόθυμα υπάκουσε. Αύξησε κι άλλο. Τόσο πιο ανάλαφρα και πρόθυμα πετάχτηκε μπροστά το σκαρί. Κι άλλο! Κι άλλο! Έδωσε «πρόσω ολοταχώς»! την μεγαλύτερη κλίμακα δύναμης στη μηχανή.
Και τότε έγινε κάτι ανέλπιστο. Κάτι απίστευτο, καταπληκτικό.
Το γαλαζοκίτρινο σκάφος ανυψώθηκε σε πέδιλα πάνω από το νερό και μέσα σε αφρούς πετούσε πια σαν χελιδόνι, σαν σαΐτα, σαν δελφίνι.
Μα, ναι! Ήταν ιπτάμενο δελφίνι!
07.10.95